επιχρωμιώνω
•
- καλύπτω την επιφάνεια ενός αντικειμένου με χρώμιο για βελτίωση των ιδιοτήτων του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιχρωμιώνω < επι- + χρώμιο + -ώνω < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chrome < αρχαία ελληνική χρῶμα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιχρωμιώνω | επιχρωμιώνεις | επιχρωμιώνει | επιχρωμιώνουμε | επιχρωμιώνετε | επιχρωμιώνουν / επιχρωμιώνουνε |
| Παρατατικός | επιχρωμίωνα | επιχρωμίωνες | επιχρωμίωνε | επιχρωμιώναμε | επιχρωμιώνατε | επιχρωμίωναν / επιχρωμιώναν / επιχρωμιώνανε |
| Αόριστος | επιχρωμίωσα | επιχρωμίωσες | επιχρωμίωσε | επιχρωμιώσαμε | επιχρωμιώσατε | επιχρωμίωσαν / επιχρωμιώσαν / επιχρωμιώσανε |
| Μέλλοντας | θα επιχρωμιώνω / θα επιχρωμιώσω | θα επιχρωμιώνεις / θα επιχρωμιώσεις | θα επιχρωμιώνει / θα επιχρωμιώσει | θα επιχρωμιώνουμε / θα επιχρωμιώσουμε | θα επιχρωμιώνετε / θα επιχρωμιώσετε | θα επιχρωμιώνουν / θα επιχρωμιώνουνε / θα επιχρωμιώσουν / θα επιχρωμιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιχρωμιώσει | έχεις επιχρωμιώσει | έχει επιχρωμιώσει | έχουμε επιχρωμιώσει | έχετε επιχρωμιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιχρωμιώσει | είχες επιχρωμιώσει | είχε επιχρωμιώσει | είχαμε επιχρωμιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιχρωμιώσει / να επιχρωμιώνω / να επιχρωμιώσω | να έχεις επιχρωμιώσει / να επιχρωμιώνεις / να επιχρωμιώσεις | να έχει επιχρωμιώσει / να επιχρωμιώνει / να επιχρωμιώσει | να έχουμε επιχρωμιώσει / να επιχρωμιώνουμε / να επιχρωμιώσουμε | να έχετε επιχρωμιώσει / να επιχρωμιώνετε / να επιχρωμιώσετε | να επιχρωμιώνουν / να επιχρωμιώνουνε / να επιχρωμιώσουν / να επιχρωμιώσουνε |
| Προστακτική | — | επιχρωμίωνε / επιχρωμίωσε | — | — | επιχρωμιώνετε / επιχρωμιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →