επιψηφίζω
•
- εγκρίνω κάτι μέσω της ψήφου μου Βικιλεξικό
- Την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία επιψήφισαν, χωρίς το άρθρο 1 για το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε αίτημα ονομαστικής ψηφοφορίας, οι βουλευτές ΝΔ και ΚΙΝΑΛ.
Ετυμολογία
επιψηφίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιψηφίζω (αποφασίζω κάτι μέσω ψήφου). Μορφολογικά αναλύεται σε επι- + ψηφίζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιψηφίζω | επιψηφίζεις | επιψηφίζει | επιψηφίζουμε | επιψηφίζετε | επιψηφίζουν / επιψηφίζουνε |
| Παρατατικός | επιψήφιζα | επιψήφιζες | επιψήφιζε | επιψηφίζαμε | επιψηφίζατε | επιψήφιζαν / επιψηφίζαν / επιψηφίζανε |
| Αόριστος | επιψήφισα | επιψήφισες | επιψήφισε | επιψηφίσαμε | επιψηφίσατε | επιψήφισαν / επιψηφίσαν / επιψηφίσανε |
| Μέλλοντας | θα επιψηφίζω / θα επιψηφίσω | θα επιψηφίζεις / θα επιψηφίσεις | θα επιψηφίζει / θα επιψηφίσει | θα επιψηφίζουμε / θα επιψηφίσουμε | θα επιψηφίζετε / θα επιψηφίσετε | θα επιψηφίζουν / θα επιψηφίζουνε / θα επιψηφίσουν / θα επιψηφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιψηφίσει | έχεις επιψηφίσει | έχει επιψηφίσει | έχουμε επιψηφίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιψηφίσει | είχες επιψηφίσει | είχε επιψηφίσει | είχαμε επιψηφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιψηφίσει / να επιψηφίζω / να επιψηφίσω | να έχεις επιψηφίσει / να επιψηφίζεις / να επιψηφίσεις | να έχει επιψηφίσει / να επιψηφίζει / να επιψηφίσει | να έχουμε επιψηφίσει / να επιψηφίζουμε / να επιψηφίσουμε | να επιψηφίζετε / να επιψηφίσετε | να επιψηφίζουν / να επιψηφίζουνε / να επιψηφίσουν / να επιψηφίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε επιψηφισμένο / επιψήφιζε / επιψήφισε | — | — | επιψηφίζετε / επιψηφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →