ψήφος
•
- πολιτικήοποιοδήποτε υλικό μέσον με το οποίο επιχειρείται ψηφοφορία, αυτό μπορεί να είναι σφαιρίδιο, ή ειδικό δελτίο από χαρτί που έχει προηγούμενα οριστεί, (ψηφοδέλτιο), ή άλλο υλικό (π.χ. όστρακο), ή ακόμα και η ανάταση του χεριού του ψηφοφόρου. Βικιλεξικό
- η γνώμη που εκφράζεται με τη ψήφο σε ψηφοφορία Βικιλεξικό
- το δικαίωμα συμμετοχής σε ψηφοφορία Βικιλεξικό
- δόθηκε ψήφος στα 18
- αρχαιολογίαμικρή, συνήθως διακοσμητική πέτρα, η ψηφίδα Βικιλεξικό
- ...ψήφος από υαλόμαζα, ένα χάλκινο κάτοπτρο και ένα δαχτυλίδι... (Αρχαιολογικόν Δελτίον: Χρονικά, Μέρος Β΄, 2007, σελ. 188)
- Τα κτερίσματα αυτού του τάφου, αντίθετα με την πολυτελή κατασκευή του ήταν μάλλον πενιχρά. Βρέθηκαν, εκτός από αβαφή όστρακα, μια μικρή οινοχόη, όμοια με του τάφου Τ1, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μια οστέινη ψήφος, θραύσματα από χάλκινα ενώτια, από τα οποία το ένα με γυάλινα στοιχεία (Εικ. 17) και ένα πολύ μικρό.. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, Τόμος 8, ΑΠΘ, 1998, σελ. 246)
- ψήφοι περιδεραίου από άργυρο (Ελλάς: Η ιστορία και ο πολιτισμός του Ελληνικού έθνους από τις απαρχές μέχρι της πτώσης του Βυζαντίου, Εκδ. Οργ. Πάπυρος, 1997, σελ. 121)
Ετυμολογία
ψήφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψῆφος (χαλίκι για μέτρημα, για ψήφιση) < ψάω που σημαίνει τρίβω, κάνω κάτι λείο :* για το αρσενικό «ο ψήφος» πιθανόν (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὁ ψῆφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψήφος | ψήφοι |
| Γενική | ψήφου | ψήφων |
| Αιτιατική | ψήφο | ψήφους |
| Κλητική | ψήφε / ψήφο | ψήφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →