Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εποικίζω

/e.piˈci.zo/ρήμα
•
  1. εγκαθιστώ πληθυσμό σ’ έναν (συνήθως αραιοκατοικημένο) τόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εποικίζω < ελληνιστική κοινή ἐποικίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεποικίζωεποικίζειςεποικίζειεποικίζουμεεποικίζετεεποικίζουν / εποικίζουνε
Παρατατικόςεποίκιζαεποίκιζεςεποίκιζεεποικίζαμεεποικίζατεεποίκιζαν / εποικίζαν / εποικίζανε
Αόριστοςεποίκισαεποίκισεςεποίκισεεποικίσαμεεποικίσατεεποίκισαν / εποικίσαν / εποικίσανε
Μέλλονταςθα εποικίζω / θα εποικίσωθα εποικίζεις / θα εποικίσειςθα εποικίζει / θα εποικίσειθα εποικίζουμε / θα εποικίσουμεθα εποικίζετε / θα εποικίσετεθα εποικίζουν / θα εποικίζουνε / θα εποικίσουν / θα εποικίσουνε
Παρακείμενοςέχω εποικίσειέχεις εποικίσειέχει εποικίσειέχουμε εποικίσειέχετε εποικίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εποικίσειείχες εποικίσειείχε εποικίσειείχαμε εποικίσει——
Υποτακτικήνα έχω εποικίσει / να εποικίζω / να εποικίσωνα έχεις εποικίσει / να εποικίζεις / να εποικίσειςνα έχει εποικίσει / να εποικίζει / να εποικίσεινα έχουμε εποικίσει / να εποικίζουμε / να εποικίσουμενα έχετε εποικίσει / να εποικίζετε / να εποικίσετενα εποικίζουν / να εποικίζουνε / να εποικίσουν / να εποικίσουνε
Προστακτική—εποίκιζε / εποίκισε——εποικίζετε / εποικίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →