Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εποικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον εποικισμό ή την εποίκιση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εποικιστικός < εποικίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεποικιστικόςεποικιστικήεποικιστικό
Γενικήεποικιστικούεποικιστικήςεποικιστικού
Αιτιατικήεποικιστικόεποικιστικήεποικιστικό
Κλητικήεποικιστικέεποικιστικήεποικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεποικιστικοίεποικιστικέςεποικιστικά
Γενικήεποικιστικώνεποικιστικώνεποικιστικών
Αιτιατικήεποικιστικούςεποικιστικέςεποικιστικά
Κλητικήεποικιστικοίεποικιστικέςεποικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →