εποικιστικός
•
- που έχει σχέση με τον εποικισμό ή την εποίκιση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εποικιστικός < εποικίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εποικιστικός | εποικιστική | εποικιστικό |
| Γενική | εποικιστικού | εποικιστικής | εποικιστικού |
| Αιτιατική | εποικιστικό | εποικιστική | εποικιστικό |
| Κλητική | εποικιστικέ | εποικιστική | εποικιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εποικιστικοί | εποικιστικές | εποικιστικά |
| Γενική | εποικιστικών | εποικιστικών | εποικιστικών |
| Αιτιατική | εποικιστικούς | εποικιστικές | εποικιστικά |
| Κλητική | εποικιστικοί | εποικιστικές | εποικιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →