Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εποχιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή ανήκει σε μια εποχή Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο προσωρινός Βικιλεξικό
    • εποχιακοί υπάλληλοι

Ετυμολογία

εποχιακός < εποχή + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεποχιακόςεποχιακήεποχιακό
Γενικήεποχιακούεποχιακήςεποχιακού
Αιτιατικήεποχιακόεποχιακήεποχιακό
Κλητικήεποχιακέεποχιακήεποχιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεποχιακοίεποχιακέςεποχιακά
Γενικήεποχιακώνεποχιακώνεποχιακών
Αιτιατικήεποχιακούςεποχιακέςεποχιακά
Κλητικήεποχιακοίεποχιακέςεποχιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →