επωαστήριο
•
- χώρος όπου γίνεται η επώαση των αβγών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επωαστήριο < επωάζω + -τήριο < αρχαία ελληνική ἐπῳάζω < ἐπί + ᾠόν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επωαστήριο | επωαστήρια |
| Γενική | επωαστήριου / επωαστηρίου | επωαστήριων / επωαστηρίων |
| Αιτιατική | επωαστήριο | επωαστήρια |
| Κλητική | επωαστήριο | επωαστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →