Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκολαπτήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιομηχανή που χρησιμοποιείται για το κλώσημα και την εκκόλαψη των αυγών Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο χώρος και η αντίστοιχη επιχειρηματική δραστηριότητα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάφυσικός ή κοινωνικός χώρος ο οποίος παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες και από τον οποίο γεννιούνται νέες ιδέες ή νέα άτομα (αθλητές, φιλόσοφοι, επιστήμονες) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκολαπτήριο < εκκολάπτω + -τήριο < αρχαία ελληνική ἐκκολάπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκκολαπτήριοεκκολαπτήρια
Γενικήεκκολαπτήριου / εκκολαπτηρίουεκκολαπτήριων / εκκολαπτηρίων
Αιτιατικήεκκολαπτήριοεκκολαπτήρια
Κλητικήεκκολαπτήριοεκκολαπτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →