επωδικός
•
- που έχει σχέση με την επωδό ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επωδικός < αρχαία ελληνική ἐπῳδικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επωδικός | επωδική | επωδικό |
| Γενική | επωδικού | επωδικής | επωδικού |
| Αιτιατική | επωδικό | επωδική | επωδικό |
| Κλητική | επωδικέ | επωδική | επωδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επωδικοί | επωδικές | επωδικά |
| Γενική | επωδικών | επωδικών | επωδικών |
| Αιτιατική | επωδικούς | επωδικές | επωδικά |
| Κλητική | επωδικοί | επωδικές | επωδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →