ερανίζομαι
•
- λόγιοσυγκεντρώνω χωρία ή φράσεις από διάφορα κείμενα και τα παραθέτω σε κείμενό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερανίζομαι < αρχαία ελληνική ἐρανίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ερανίζομαι | ερανίζεσαι | ερανίζεται | ερανιζόμαστε | ερανίζεστε | ερανίζονται |
| Παρατατικός | ερανιζόμουν / ερανιζόμουνα | ερανιζόσουν / ερανιζόσουνα | ερανιζόταν / ερανιζότανε | ερανιζόμασταν / ερανιζόμαστε | ερανιζόσασταν / ερανιζόσαστε | ερανίζονταν / ερανιζόντουσαν |
| Αόριστος | ερανίστηκα | ερανίστηκες | ερανίστηκε | ερανιστήκαμε | ερανιστήκατε | ερανίστηκαν / ερανιστήκαν / ερανιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ερανίζομαι / θα ερανιστώ | θα ερανίζεσαι / θα ερανιστείς | θα ερανίζεται / θα ερανιστεί | θα ερανιζόμαστε / θα ερανιστούμε | θα ερανίζεστε / θα ερανιστείτε | θα ερανίζονται / θα ερανιστούν / θα ερανιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ερανιστεί | έχεις ερανιστεί | έχει ερανιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ερανιστεί | είχες ερανιστεί | είχε ερανιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ερανιστεί / να ερανίζομαι / να ερανιστώ | να έχεις ερανιστεί / να ερανίζεσαι / να ερανιστείς | να έχει ερανιστεί / να ερανίζεται / να ερανιστεί | να ερανιζόμαστε / να ερανιστούμε | να ερανίζεστε / να ερανιστείτε | να ερανίζονται / να ερανιστούν / να ερανιστούνε |
| Προστακτική | — | ερανίζου / ερανίσου | — | — | ερανίζεστε / ερανιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →