σταχυολογώ
•
- επιλέγω από τα καλύτερα ή τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα Βικιλεξικό
- Ο επιμελητής της ποιητικής ανθολογίας έχει σταχυολογήσει ορισμένα από τα γνωστότερα και αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της νεοελληνικής ποίησης.
- Από τα βιβλία αυτά ο Κόνολι σταχυολόγησε ένα χρήσιμο γλωσσάρι απαρχαιωμένων όρων των οποίων έκανε ενσυνείδητη χρήση, παρόλο που – ή μάλλον ακριβώς επειδή – πρόκειται για σπάνιες λέξεις που δεν μπορεί κανείς να αλιεύσει στα σύγχρονα λεξικά (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 403-406, 2000, σελ. 48)
Ετυμολογία
σταχυολογώ < ελληνιστική κοινή σταχυολογέω / σταχυολογῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική glaner )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταχυολογώ | σταχυολογείς | σταχυολογεί | σταχυολογούμε | σταχυολογείτε | σταχυολογούν / σταχυολογούνε |
| Παρατατικός | σταχυολογούσα | σταχυολογούσες | σταχυολογούσε | σταχυολογούσαμε | σταχυολογούσατε | σταχυολογούσαν / σταχυολογούσανε |
| Αόριστος | σταχυολόγησα | σταχυολόγησες | σταχυολόγησε | σταχυολογήσαμε | σταχυολογήσατε | σταχυολογήσαν / σταχυολογήσανε / σταχυολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα σταχυολογήσω / θα σταχυολογώ | θα σταχυολογήσεις / θα σταχυολογείς | θα σταχυολογήσει / θα σταχυολογεί | θα σταχυολογήσουμε / θα σταχυολογούμε | θα σταχυολογήσετε / θα σταχυολογείτε | θα σταχυολογήσουν / θα σταχυολογήσουνε / θα σταχυολογούν / θα σταχυολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω σταχυολογήσει | έχεις σταχυολογήσει | έχει σταχυολογήσει | έχουμε σταχυολογήσει | έχετε σταχυολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταχυολογήσει | είχες σταχυολογήσει | είχε σταχυολογήσει | είχαμε σταχυολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταχυολογήσει / να σταχυολογήσω / να σταχυολογώ | να έχεις σταχυολογήσει / να σταχυολογήσεις / να σταχυολογείς | να έχει σταχυολογήσει / να σταχυολογήσει / να σταχυολογεί | να έχουμε σταχυολογήσει / να σταχυολογήσουμε / να σταχυολογούμε | να έχετε σταχυολογήσει / να σταχυολογήσετε / να σταχυολογείτε | να σταχυολογήσουν / να σταχυολογήσουνε / να σταχυολογούν / να σταχυολογούνε |
| Προστακτική | — | σταχυολόγει / σταχυολόγησε | — | — | σταχυολογήστε / σταχυολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →