ερασιτεχνικός
•
- που σχετίζεται με τον ερασιτέχνη και όχι τον επαγγελματία Βικιλεξικό
- δίπλωμα ερασιτεχνικής οδήγησης
- κακόσημοπου στερείται επαγγελματισμού, υπευθυνότητας και συστηματικότητας Βικιλεξικό
- Η δουλειά του είναι ερασιτεχνική και γεμάτη προχειρότητα.
Ετυμολογία
ερασιτεχνικός < ἐρασιτεχνικός, ήδη το 1893 < ερασιτέχν(ης) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερασιτεχνικός | ερασιτεχνική | ερασιτεχνικό |
| Γενική | ερασιτεχνικού | ερασιτεχνικής | ερασιτεχνικού |
| Αιτιατική | ερασιτεχνικό | ερασιτεχνική | ερασιτεχνικό |
| Κλητική | ερασιτεχνικέ | ερασιτεχνική | ερασιτεχνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερασιτεχνικοί | ερασιτεχνικές | ερασιτεχνικά |
| Γενική | ερασιτεχνικών | ερασιτεχνικών | ερασιτεχνικών |
| Αιτιατική | ερασιτεχνικούς | ερασιτεχνικές | ερασιτεχνικά |
| Κλητική | ερασιτεχνικοί | ερασιτεχνικές | ερασιτεχνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →