ερασιτέχνης
•
- σε επιθετική λειτουργίαπου ασχολείται με κάτι από ευχαρίστηση, όχι επαγγελματικά ή με σκοπό το οικονομικό κέρδος Βικιλεξικό
- όργανο πρωτόπιασα όταν ήμουνα περίπου 15 χρονών παιδάκι. Ένας άλλος ξάδελφός μου έπαιζε κιθάρα. Ερασιτέχνης κι' αυτός. Εγώ βρήκα την κιθάρα - το πρώτο όργανο που έπιασα - τον παρακάλεσα, μου την έδωσε και άρχισα να την κάνω κτήμα μου (Παναγιώτης Κουνάδης, Εις ανάμνησιν στιγμών ελκυστικών, κείμενα γύρω από το ρεμπέτικο, εκδ. Κατάρτι, 2000, σελ. 233)
- κακόσημοπου δε διαθέτει επαγγελματισμό, οργανωτικότητα ή ειδικές γνώσεις, αλλά χαρακτηρίζεται από προχειρότητα κι ανευθυνότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερασιτέχνης < ἐρασιτέχνης, (μαρτυρείται από το 1887). < ερασι- (< αρχαία ελληνική ἐρασι- ἔραμαι) + -τέχνης (< τέχνη)· απόδοση για τη γαλλική amateur ή από την ιταλική dilettante
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερασιτέχνης | ερασιτέχνες |
| Γενική | ερασιτέχνη / ερασιτέχνου | ερασιτεχνών |
| Αιτιατική | ερασιτέχνη | ερασιτέχνες |
| Κλητική | ερασιτέχνη | ερασιτέχνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →