Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερασιτεχνισμός

/e.ɾa.si.te.xniˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το να συμπεριφέρεται κάποιος σαν ερασιτέχνης, η ιδιότητα του ερασιτέχνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερασιτεχνισμός < ἐρασιτεχνισμός, ήδη το 1894 < ερασιτέχν(ης) + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική dilettantismo ή από τη γαλλική amateurisme)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήερασιτεχνισμόςερασιτεχνισμοί
Γενικήερασιτεχνισμούερασιτεχνισμών
Αιτιατικήερασιτεχνισμόερασιτεχνισμούς
Κλητικήερασιτεχνισμέερασιτεχνισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →