εργαστήριο
•
- το μέρος όπου εργάζεται ένας τεχνίτης ή καλλιτέχνης Βικιλεξικό
- Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι, Α, 1894)
- το σύνολο των μαθητών και συνεργατών ενός καλλιτέχνη Βικιλεξικό
- ο πίνακας αποδίδεται στο εργαστήριο του Τιντορέτο
- ονομασία για επαγγελματικές σχολές Βικιλεξικό
- Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας
- το μέρος που είναι εξοπλισμένο με επιστημονικά όργανα και χρησιμοποιείται από έναν ή περισσότερους επιστήμονες για πειράματα και μετρήσεις Βικιλεξικό
- δράση ή σειρά δράσεων εκπαιδευτικού ή βιωματικού χαρακτήρα, συνήθως σύντομης διάρκειας, με έμφαση στην αλληλεπίδραση μεταξύ των συμμετεχόντων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργαστήριο < αρχαία ελληνική ἐργαστήριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργαστήριο | εργαστήρια |
| Γενική | εργαστήριου / εργαστηρίου | εργαστηρίων |
| Αιτιατική | εργαστήριο | εργαστήρια |
| Κλητική | εργαστήριο | εργαστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →