εργαστηριακός
•
- που έχει σχέση με το εργαστήριο, αναφέρεται ή παράγεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργαστηριακός < εργαστήριο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργαστηριακός | εργαστηριακή | εργαστηριακό |
| Γενική | εργαστηριακού | εργαστηριακής | εργαστηριακού |
| Αιτιατική | εργαστηριακό | εργαστηριακή | εργαστηριακό |
| Κλητική | εργαστηριακέ | εργαστηριακή | εργαστηριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργαστηριακοί | εργαστηριακές | εργαστηριακά |
| Γενική | εργαστηριακών | εργαστηριακών | εργαστηριακών |
| Αιτιατική | εργαστηριακούς | εργαστηριακές | εργαστηριακά |
| Κλητική | εργαστηριακοί | εργαστηριακές | εργαστηριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →