Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργαστηριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το εργαστήριο, αναφέρεται ή παράγεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εργαστηριακός < εργαστήριο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργαστηριακόςεργαστηριακήεργαστηριακό
Γενικήεργαστηριακούεργαστηριακήςεργαστηριακού
Αιτιατικήεργαστηριακόεργαστηριακήεργαστηριακό
Κλητικήεργαστηριακέεργαστηριακήεργαστηριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργαστηριακοίεργαστηριακέςεργαστηριακά
Γενικήεργαστηριακώνεργαστηριακώνεργαστηριακών
Αιτιατικήεργαστηριακούςεργαστηριακέςεργαστηριακά
Κλητικήεργαστηριακοίεργαστηριακέςεργαστηριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →