ερεθιστικός
•
- που έχει σχέση με ερεθισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί Βικιλεξικό
- Είχε ενημερωθεί δίχως αμφιβολία η οιονεί πεθερά μου ακόμα και για τη ροπή μου προς την ουρολαγνεία, που άλλοτε την έβρισκε η Σύνθια σιχαμένη και άλλοτε ερεθιστική. (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
ερεθιστικός < αρχαία ελληνική ἐρεθιστικός < ἐρεθίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερεθιστικός | ερεθιστική | ερεθιστικό |
| Γενική | ερεθιστικού | ερεθιστικής | ερεθιστικού |
| Αιτιατική | ερεθιστικό | ερεθιστική | ερεθιστικό |
| Κλητική | ερεθιστικέ | ερεθιστική | ερεθιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερεθιστικοί | ερεθιστικές | ερεθιστικά |
| Γενική | ερεθιστικών | ερεθιστικών | ερεθιστικών |
| Αιτιατική | ερεθιστικούς | ερεθιστικές | ερεθιστικά |
| Κλητική | ερεθιστικοί | ερεθιστικές | ερεθιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →