ερεθίζω
•
- επενεργώ πάνω σε κάποιον ή κάτι και προκαλώ κάποιου είδους αντίδραση Βικιλεξικό
- το φως ερεθίζει το οπτικό νεύρο που μεταβιβάζει το μήνυμα στον εγκέφαλο
- η παρατεταμένη χρήση του φαρμάκου μπορεί να ερεθίσει τον οφθαλμό
- η απάθειά του όσο τον έβριζα με ερέθιζε ακόμα περισσότερο
- το σαγηνευτικό της λίκνισμα ερέθιζε όλους τους αρσενικούς
Ετυμολογία
ερεθίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐρεθίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ερεθίζω | ερεθίζεις | ερεθίζει | ερεθίζουμε | ερεθίζετε | ερεθίζουν / ερεθίζουνε |
| Παρατατικός | ερέθιζα | ερέθιζες | ερέθιζε | ερεθίζαμε | ερεθίζατε | ερέθιζαν / ερεθίζαν / ερεθίζανε |
| Αόριστος | ερέθισα | ερέθισες | ερέθισε | ερεθίσαμε | ερεθίσατε | ερέθισαν / ερεθίσαν / ερεθίσανε |
| Μέλλοντας | θα ερεθίζω / θα ερεθίσω | θα ερεθίζεις / θα ερεθίσεις | θα ερεθίζει / θα ερεθίσει | θα ερεθίζουμε / θα ερεθίσουμε | θα ερεθίζετε / θα ερεθίσετε | θα ερεθίζουν / θα ερεθίζουνε / θα ερεθίσουν / θα ερεθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ερεθίσει | έχεις ερεθίσει | έχει ερεθίσει | έχουμε ερεθίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ερεθίσει | είχες ερεθίσει | είχε ερεθίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ερεθίσει / να ερεθίζω / να ερεθίσω | να έχεις ερεθίσει / να ερεθίζεις / να ερεθίσεις | να έχει ερεθίσει / να ερεθίζει / να ερεθίσει | να έχουμε ερεθίσει / να ερεθίζουμε / να ερεθίσουμε | να ερεθίζετε / να ερεθίσετε | να ερεθίζουν / να ερεθίζουνε / να ερεθίσουν / να ερεθίσουνε |
| Προστακτική | — | ερέθιζε / ερέθισε | — | — | ερεθίζετε / ερεθίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ερεθίστηκαερεθίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →