ερειπώνω
•
- μετατρέπω σε ερείπια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερειπώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐρειπ(ῶ / όω) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ερειπώνω | ερειπώνεις | ερειπώνει | ερειπώνουμε | ερειπώνετε | ερειπώνουν / ερειπώνουνε |
| Παρατατικός | ερείπωνα | ερείπωνες | ερείπωνε | ερειπώναμε | ερειπώνατε | ερείπωναν / ερειπώναν / ερειπώνανε |
| Αόριστος | ερείπωσα | ερείπωσες | ερείπωσε | ερειπώσαμε | ερειπώσατε | ερείπωσαν / ερειπώσαν / ερειπώσανε |
| Μέλλοντας | θα ερειπώνω / θα ερειπώσω | θα ερειπώνεις / θα ερειπώσεις | θα ερειπώνει / θα ερειπώσει | θα ερειπώνουμε / θα ερειπώσουμε | θα ερειπώνετε / θα ερειπώσετε | θα ερειπώνουν / θα ερειπώνουνε / θα ερειπώσουν / θα ερειπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ερειπώσει | έχεις ερειπώσει | έχει ερειπώσει | έχουμε ερειπώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ερειπώσει | είχες ερειπώσει | είχε ερειπώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ερειπώσει / να ερειπώνω / να ερειπώσω | να έχεις ερειπώσει / να ερειπώνεις / να ερειπώσεις | να έχει ερειπώσει / να ερειπώνει / να ερειπώσει | να έχουμε ερειπώσει / να ερειπώνουμε / να ερειπώσουμε | να ερειπώνετε / να ερειπώσετε | να ερειπώνουν / να ερειπώνουνε / να ερειπώσουν / να ερειπώσουνε |
| Προστακτική | — | ερείπωνε / ερείπωσε | — | — | ερειπώνετε / ερειπώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ερειπώθηκαερειπώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →