Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερειπώνω

/e.ɾiˈpo.no/ρήμα
•
  1. μετατρέπω σε ερείπια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερειπώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐρειπ(ῶ / όω) + -ώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςερειπώνωερειπώνειςερειπώνειερειπώνουμεερειπώνετεερειπώνουν / ερειπώνουνε
Παρατατικόςερείπωναερείπωνεςερείπωνεερειπώναμεερειπώνατεερείπωναν / ερειπώναν / ερειπώνανε
Αόριστοςερείπωσαερείπωσεςερείπωσεερειπώσαμεερειπώσατεερείπωσαν / ερειπώσαν / ερειπώσανε
Μέλλονταςθα ερειπώνω / θα ερειπώσωθα ερειπώνεις / θα ερειπώσειςθα ερειπώνει / θα ερειπώσειθα ερειπώνουμε / θα ερειπώσουμεθα ερειπώνετε / θα ερειπώσετεθα ερειπώνουν / θα ερειπώνουνε / θα ερειπώσουν / θα ερειπώσουνε
Παρακείμενοςέχω ερειπώσειέχεις ερειπώσειέχει ερειπώσειέχουμε ερειπώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ερειπώσειείχες ερειπώσειείχε ερειπώσει———
Υποτακτικήνα έχω ερειπώσει / να ερειπώνω / να ερειπώσωνα έχεις ερειπώσει / να ερειπώνεις / να ερειπώσειςνα έχει ερειπώσει / να ερειπώνει / να ερειπώσεινα έχουμε ερειπώσει / να ερειπώνουμε / να ερειπώσουμενα ερειπώνετε / να ερειπώσετενα ερειπώνουν / να ερειπώνουνε / να ερειπώσουν / να ερειπώσουνε
Προστακτική—ερείπωνε / ερείπωσε——ερειπώνετε / ερειπώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ερειπώθηκαερειπώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →