Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερευνητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την έρευνα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερευνητικός < ελληνιστική κοινή ἐρευνητικός < ἐρευνητής < αρχαία ελληνική ἐρευνάω < ἔρευνα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερευνητικόςερευνητικήερευνητικό
Γενικήερευνητικούερευνητικήςερευνητικού
Αιτιατικήερευνητικόερευνητικήερευνητικό
Κλητικήερευνητικέερευνητικήερευνητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερευνητικοίερευνητικέςερευνητικά
Γενικήερευνητικώνερευνητικώνερευνητικών
Αιτιατικήερευνητικούςερευνητικέςερευνητικά
Κλητικήερευνητικοίερευνητικέςερευνητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →