Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερημοδικία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςδίκη που διεξάγεται χωρίς να παρίσταται κάποιος από τους διαδίκους Βικιλεξικό
  2. η απόφαση που βγάζουν αυτές οι δίκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερημοδικία < ερήμ(ην) + -ο- + δίκ(η) + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήερημοδικίαερημοδικίες
Γενικήερημοδικίαςερημοδικιών
Αιτιατικήερημοδικίαερημοδικίες
Κλητικήερημοδικίαερημοδικίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →