ερημοδικία
•
- νομικός όροςδίκη που διεξάγεται χωρίς να παρίσταται κάποιος από τους διαδίκους Βικιλεξικό
- η απόφαση που βγάζουν αυτές οι δίκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερημοδικία < ερήμ(ην) + -ο- + δίκ(η) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερημοδικία | ερημοδικίες |
| Γενική | ερημοδικίας | ερημοδικιών |
| Αιτιατική | ερημοδικία | ερημοδικίες |
| Κλητική | ερημοδικία | ερημοδικίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →