εριουργία
•
- η κατεργασία ερίου / μαλλιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εριουργία < ελληνιστική κοινή ἐριουργία / έριο + -ουργία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εριουργία | εριουργίες |
| Γενική | εριουργίας | εριουργιών |
| Αιτιατική | εριουργία | εριουργίες |
| Κλητική | εριουργία | εριουργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →