Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερματιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρει έρμα, ή που αναφέρεται σε έρμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερματιστός < έρμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερματιστόςερματιστή / ερματιστηερματιστο / ερματιστό
Γενικήερματιστούερματιστήςερματιστού
Αιτιατικήερματιστόερματιστήερματιστό
Κλητικήερματιστέερματιστήερματιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερματιστοίερματιστέςερματιστά
Γενικήερματιστώνερματιστώνερματιστών
Αιτιατικήερματιστούςερματιστέςερματιστά
Κλητικήερματιστοίερματιστέςερματιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →