ερμηνεία
•
- λεκτική σημασία, το τι σημαίνει μία λέξη Βικιλεξικό
- προσωπική εκτίμηση γεγονότων, υποκειμενική ανάγνωση δεδομένων κι εξαγωγή συμπερασμάτων Βικιλεξικό
- Όταν εντολοδόχος ισχυρίζεται ότι έχει κερδίσει το δικαίωμα σε προμήθεια το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, βασιζόμενοι στη σωστή ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ του εντολέα και του εντολοδόχου, το γεγονός που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί για να είναι πληρωτέα η προμήθεια, έχει στην ουσία πραγματοποιηθεί. (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 8, 1990, σελ. 4722)
- καλλιτεχνική απόδοση Βικιλεξικό
- μετάφραση (συνήθως) με σχολιασμένη απόδοση κειμένου Βικιλεξικό
- χρησμική μαντεία, χρησμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερμηνεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑρμηνεία < ἑρμηνεύω < ἑρμηνεύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερμηνεία | ερμηνείες |
| Γενική | ερμηνείας | ερμηνειών |
| Αιτιατική | ερμηνεία | ερμηνείες |
| Κλητική | ερμηνεία | ερμηνείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →