Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερπητικός

/eɾ.pi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον έπρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ερπητικός < έρπης + -ικός < αρχαία ελληνική ἕρπης < ἕρπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *serp- (έρπω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερπητικόςερπητικήερπητικό
Γενικήερπητικούερπητικήςερπητικού
Αιτιατικήερπητικόερπητικήερπητικό
Κλητικήερπητικέερπητικήερπητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήερπητικοίερπητικέςερπητικά
Γενικήερπητικώνερπητικώνερπητικών
Αιτιατικήερπητικούςερπητικέςερπητικά
Κλητικήερπητικοίερπητικέςερπητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →