ερπητικός
•
- που έχει σχέση με τον έπρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερπητικός < έρπης + -ικός < αρχαία ελληνική ἕρπης < ἕρπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *serp- (έρπω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερπητικός | ερπητική | ερπητικό |
| Γενική | ερπητικού | ερπητικής | ερπητικού |
| Αιτιατική | ερπητικό | ερπητική | ερπητικό |
| Κλητική | ερπητικέ | ερπητική | ερπητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερπητικοί | ερπητικές | ερπητικά |
| Γενική | ερπητικών | ερπητικών | ερπητικών |
| Αιτιατική | ερπητικούς | ερπητικές | ερπητικά |
| Κλητική | ερπητικοί | ερπητικές | ερπητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →