έρπω
•
- κινούμαι έχοντας, εκούσια, όλο το σώμα μου σε επαφή με το έδαφος Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμπεριφέρομαι αγενέστατα, ύπουλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έρπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕρπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *serp- (έρπω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | έρπω | έρπεις | έρπει | έρπουμε | έρπετε | έρπουν / έρπουνε |
| Παρατατικός | είρπα | είρπες | είρπε | είρπαμε | είρπατε | είρπαν / είρπανε |
| Μέλλοντας | θα έρπω | θα έρπεις | θα έρπει | θα έρπουμε | θα έρπετε | θα έρπουν / θα έρπουνε |
| Υποτακτική | να έρπω | να έρπεις | να έρπει | να έρπουμε | να έρπετε | να έρπουν / να έρπουνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | έρπετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →