ερπυστριοφόρος
•
- για όχημαπου κινείται πάνω σε ερπύστριες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερπυστριοφόρος < ερπύστρι(α) + -ο- + -φόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερπυστριοφόρος | ερπυστριοφόρα / ερπυστριοφόρος | ερπυστριοφόρο |
| Γενική | ερπυστριοφόρου | ερπυστριοφόρας / ερπυστριοφόρου | ερπυστριοφόρου |
| Αιτιατική | ερπυστριοφόρο | ερπυστριοφόρα / ερπυστριοφόρο | ερπυστριοφόρο |
| Κλητική | ερπυστριοφόρε | ερπυστριοφόρα / ερπυστριοφόρε | ερπυστριοφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερπυστριοφόροι | ερπυστριοφόρες / ερπυστριοφόροι | ερπυστριοφόρα |
| Γενική | ερπυστριοφόρων | ερπυστριοφόρων | ερπυστριοφόρων |
| Αιτιατική | ερπυστριοφόρους | ερπυστριοφόρες / ερπυστριοφόρους | ερπυστριοφόρα |
| Κλητική | ερπυστριοφόροι | ερπυστριοφόρες / ερπυστριοφόροι | ερπυστριοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →