ερυθρόδανο
•
- φυτόφυτό του είδους Rubia tinctorum, που καλλιεργείται ή συλλέγεται κυρίως για τις ρίζες του, από τις οποίες παράγεται κόκκινη χρωστική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερυθρόδανο < ελληνιστική κοινή ἐρυθρόδανον < αρχαία ελληνική ἐρυθρός + δανός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερυθρόδανο | ερυθρόδανα |
| Γενική | ερυθρόδανου | ερυθρόδανων |
| Αιτιατική | ερυθρόδανο | ερυθρόδανα |
| Κλητική | ερυθρόδανο | ερυθρόδανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →