ριζάρι
•
- φυτόφυτό του οποίου οι ρίζες χρησιμοποιούνταν για τη παρασκευή κόκκινης βαφής Βικιλεξικό
- Κοινὸν τῆς ἑλληνικῆς χλωρίδος φυτὸν, φυόμενον εἰς θαμνοτόπους καὶ εἰς φράκτας, γνωστὸν ὡς ριζάρι ἢ ἀλιζάρι, (…) ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς τὴν βαφὴν τῶν ὑφασμάτων.
- ταξινομικός όρος: Ερυθρόδανο το βαφικό ή Rubia tinctorum
Ετυμολογία
ριζάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ριζάριν < ελληνιστική κοινή ῥιζάριον < υποκοριστικό του ῥίζα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζάρι | ριζάρια |
| Γενική | ριζαριού | ριζαριών |
| Αιτιατική | ριζάρι | ριζάρια |
| Κλητική | ριζάρι | ριζάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →