ερωτεύσιμος
•
- που είναι δυνατόν ή αξίζει να τον ερωτευτούν Βικιλεξικό
- Καλέ μου φίλε! Ωραίος ο τίτλος της «αξιογάμητης» αλλά σαν τον τίτλο της «ερωτεύσιμης» δεν έχει! (blog, 3/3/2019 https://metaximas.org/2019/03/03/%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%BF%CE%B9%CF%80%CF%8C%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AD-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%B5/)
- Δεν αδικώ τις θαυμάστριές του. Είναι πολύ ερωτεύσιμος. Είναι τόσο γλυκός, τόσο τρυφερός σαν άνθρωπος. Οι πελάτισσές του τον λατρεύουν. (Στέλλα Σελήνη, Κόκκινη θάλασσα, εκδ. Ακακία, 2018)
Ετυμολογία
ερωτεύσιμος < ερωτεύ(ομαι) + -σιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερωτεύσιμος | ερωτεύσιμη | ερωτεύσιμο |
| Γενική | ερωτεύσιμου | ερωτεύσιμης | ερωτεύσιμου |
| Αιτιατική | ερωτεύσιμο | ερωτεύσιμη | ερωτεύσιμο |
| Κλητική | ερωτεύσιμε | ερωτεύσιμη | ερωτεύσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ερωτεύσιμοι | ερωτεύσιμες | ερωτεύσιμα |
| Γενική | ερωτεύσιμων | ερωτεύσιμων | ερωτεύσιμων |
| Αιτιατική | ερωτεύσιμους | ερωτεύσιμες | ερωτεύσιμα |
| Κλητική | ερωτεύσιμοι | ερωτεύσιμες | ερωτεύσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →