εστίαση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εστιάζω Βικιλεξικό
- συλλογή πρωτογενούς υλικού από ομάδες εστίασης στα πλαίσια του φαινομενολογικού παραδείγματος
- λογοτεχνίαη σχέση των γνώσεων του αφηγητή για τα πρόσωπα μιας αφήγησης με τις γνώσεις των ίδων των προσώπων της αφήγησης Βικιλεξικό
- η παράθεση γεύματος Βικιλεξικό
- ο κλάδος της οικονομίας που περιλαμβάνει τα εστιατόρια Βικιλεξικό
- Με «νεκρή πόλη» εξακολουθεί να μοιάζει η Πλάκα, καθώς, παρά το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων πριν ακριβώς από ένα μήνα και της επαναλειτουργίας των καταστημάτων εστίασης από τις 25 Μαΐου, πολλές επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές, ενώ οι περισσότερες από όσες λειτουργούν βλέπουν τον τζίρο τους να είναι μειωμένος πάνω από 75%. (Δήμητρα Μανιφάβα, «Νεκρή» η Πλάκα χωρίς τουρίστες, SOS εκπέμπουν τα καταστήματα, εφημ. Καθημερινή, 12 Ιουνίου 2020)
Ετυμολογία
εστίαση < εστιάζω + -ση < εστία < αρχαία ελληνική ἑστία ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική focalization ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική focalisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εστίαση | εστιάσεις |
| Γενική | εστίασης | εστιάσεων |
| Αιτιατική | εστίαση | εστιάσεις |
| Κλητική | εστίαση | εστιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →