αφηγητής
•
- αυτός που αφηγείται, που εξιστορεί Βικιλεξικό
- λογοτεχνίατο πρόσωπο ή η "φωνή" που διηγείται την ιστορία· μπορεί να είναι κάποιος από τους ήρωες της ιστορίας, οπότε η αφήγηση προσφέρεται από τη δική του οπτική γωνία, ή κάποιος αόρατος "παρατηρητής" που υποτίθεται ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα και τα διηγείται Βικιλεξικό
- Αλλά και το δεύτερο ζευγάρι των βασικών χαρακτήρων του αφηγήματος - ο πατριός και η μητέρα του αφηγητή- διαγράφεται πάνω στη βάση της μεταξύ τους αντίθεσης. (Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Το ποιητικό τοπίο του Ελληνικού 19ου και 20ου αιώνα: Κάλβος, Σολωμός, Παλαμάς, εκδ. Καστανιώτη, 1995, σελ. 404)
- κινηματογράφοςένα αθέατο πρόσωπο του οποίου ακούγεται η φωνή να εξιστορεί ή να περιγράφει αυτά που βλέπει ο θεατής σε ένα ντοκυμαντέρ Βικιλεξικό
- αυτός που εκφωνεί τα συνδετικά κείμενα σε μία εκδήλωση ή θέαμα που αποτελείται από πολλά μέρη λόγου, εικόνας, μουσικής κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφηγητής < αρχαία ελληνική ἀφηγητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφηγητής | αφηγητές |
| Γενική | αφηγητή | αφηγητών |
| Αιτιατική | αφηγητή | αφηγητές |
| Κλητική | αφηγητή | αφηγητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →