εσχάρωση
•
- η τοποθέτηση μηχανισμού ή κατασκευής με εσχάρα / σχάρα σε αποχετευτικές εγκαταστάσεις κ.α. Βικιλεξικό
- λόγιοο σχηματισμός εσχάρας σε πληγή Βικιλεξικό
- βοτανικήασθένεια εσπεριδοειδών από μύκητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσχάρωση < αρχαία ελληνική ἐσχάρωσις < ἐσχαρόω < ἐσχάρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εσχάρωση | εσχαρώσεις |
| Γενική | εσχάρωσης | εσχαρώσεων |
| Αιτιατική | εσχάρωση | εσχαρώσεις |
| Κλητική | εσχάρωση | εσχαρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →