Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσχατολογικός

/e.sxa.to.loˈʝi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εσχατολογία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εσχατολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική eschatologique < eschatologie < αρχαία ελληνική ἔσχατος + -λογία + -ique (-ικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσχατολογικόςεσχατολογικήεσχατολογικό
Γενικήεσχατολογικούεσχατολογικήςεσχατολογικού
Αιτιατικήεσχατολογικόεσχατολογικήεσχατολογικό
Κλητικήεσχατολογικέεσχατολογικήεσχατολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσχατολογικοίεσχατολογικέςεσχατολογικά
Γενικήεσχατολογικώνεσχατολογικώνεσχατολογικών
Αιτιατικήεσχατολογικούςεσχατολογικέςεσχατολογικά
Κλητικήεσχατολογικοίεσχατολογικέςεσχατολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →