Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εσώκλειστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πράγμαπου έχει εσωκλειστεί (σε φάκελο, κουτί κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Το ποίημα θα πρέπει να σταλεί σε πέντε δακτυλογραφημένα αντίτυπα υπογεγραμμένα με ψευδώνυμο του συμμετέχοντα, ενώ σε εσώκλειστο φάκελο θα πρέπει να αναγραφούν τα στοιχεία του και το όνομά του (Επώνυμο, Όνομα, Διεύθυνση, τηλέφωνα επικοινωνίας, e-mail). (εφ. Το Βήμα, 17/9/2012)
  2. για άνθρωποεσωτερικός, έγκλειστος Βικιλεξικό
    • Η απόσταση, ωστόσο, από το οικογενειακό περιβάλλον θα μεγαλώσει και με έναν άλλον τρόπο, αφού ο ίδιος θα μείνει πάντοτε εσώκλειστος στο σχολείο του: ως την ώρα που θα πάρει το απολυτήριό του και θα δοκιμάσει τα πρώτα βήματα της ελευθερίας του. (εφ. Το Βήμα, 17/4/2014)

Ετυμολογία

εσώκλειστος < εσωκλείω + -τος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ci-inclus)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσώκλειστοςεσώκλειστηεσώκλειστο
Γενικήεσώκλειστουεσώκλειστηςεσώκλειστου
Αιτιατικήεσώκλειστοεσώκλειστηεσώκλειστο
Κλητικήεσώκλειστεεσώκλειστηεσώκλειστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεσώκλειστοιεσώκλειστεςεσώκλειστα
Γενικήεσώκλειστωνεσώκλειστωνεσώκλειστων
Αιτιατικήεσώκλειστουςεσώκλειστεςεσώκλειστα
Κλητικήεσώκλειστοιεσώκλειστεςεσώκλειστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →