εσωκλείω
•
- τοποθετώ κάτι μέσα σε κάτι άλλο (π.χ. σε φάκελο αλληλογραφίας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εσωκλείω < εσω- + κλείω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική inclure)
Άλλοι τύποι
εσωκλείομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →