Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετεροαναφορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςαναφορά συγγραφέα σε επιστημονική εργασία άλλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ετεροαναφορά (νεολογισμός) < ετερο- + αναφορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήετεροαναφοράετεροαναφορές
Γενικήετεροαναφοράςετεροαναφορών
Αιτιατικήετεροαναφοράετεροαναφορές
Κλητικήετεροαναφοράετεροαναφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →