ετεροαναφορικός
•
- που κάποιος άλλος αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετεροαναφορικός < ετερο- + αναφορικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροαναφορικός | ετεροαναφορική | ετεροαναφορικό |
| Γενική | ετεροαναφορικού | ετεροαναφορικής | ετεροαναφορικού |
| Αιτιατική | ετεροαναφορικό | ετεροαναφορική | ετεροαναφορικό |
| Κλητική | ετεροαναφορικέ | ετεροαναφορική | ετεροαναφορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετεροαναφορικοί | ετεροαναφορικές | ετεροαναφορικά |
| Γενική | ετεροαναφορικών | ετεροαναφορικών | ετεροαναφορικών |
| Αιτιατική | ετεροαναφορικούς | ετεροαναφορικές | ετεροαναφορικά |
| Κλητική | ετεροαναφορικοί | ετεροαναφορικές | ετεροαναφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →