Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετεροαναφορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κάποιος άλλος αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ετεροαναφορικός < ετερο- + αναφορικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετεροαναφορικόςετεροαναφορικήετεροαναφορικό
Γενικήετεροαναφορικούετεροαναφορικήςετεροαναφορικού
Αιτιατικήετεροαναφορικόετεροαναφορικήετεροαναφορικό
Κλητικήετεροαναφορικέετεροαναφορικήετεροαναφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετεροαναφορικοίετεροαναφορικέςετεροαναφορικά
Γενικήετεροαναφορικώνετεροαναφορικώνετεροαναφορικών
Αιτιατικήετεροαναφορικούςετεροαναφορικέςετεροαναφορικά
Κλητικήετεροαναφορικοίετεροαναφορικέςετεροαναφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →