Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετεροχρονίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοαναβάλλω για ευθετότερο χρόνο την εκτέλεση μιας ενέργειας η ενός έργου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ετεροχρονίζω < έτερος + -ο- + χρόνος + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςετεροχρονίζωετεροχρονίζειςετεροχρονίζειετεροχρονίζουμεετεροχρονίζετεετεροχρονίζουν / ετεροχρονίζουνε
Παρατατικόςετεροχρόνιζαετεροχρόνιζεςετεροχρόνιζεετεροχρονίζαμεετεροχρονίζατεετεροχρονίζαν / ετεροχρονίζανε / ετεροχρόνιζαν
Αόριστοςετεροχρόνισαετεροχρόνισεςετεροχρόνισεετεροχρονίσαμεετεροχρονίσατεετεροχρονίσαν / ετεροχρονίσανε / ετεροχρόνισαν
Μέλλονταςθα ετεροχρονίζω / θα ετεροχρονίσωθα ετεροχρονίζεις / θα ετεροχρονίσειςθα ετεροχρονίζει / θα ετεροχρονίσειθα ετεροχρονίζουμε / θα ετεροχρονίσουμεθα ετεροχρονίζετε / θα ετεροχρονίσετεθα ετεροχρονίζουν / θα ετεροχρονίζουνε / θα ετεροχρονίσουν / θα ετεροχρονίσουνε
Παρακείμενοςέχω ετεροχρονίσειέχεις ετεροχρονίσειέχει ετεροχρονίσειέχουμε ετεροχρονίσειέχετε ετεροχρονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ετεροχρονίσειείχες ετεροχρονίσειείχε ετεροχρονίσειείχαμε ετεροχρονίσει——
Υποτακτικήνα έχω ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζω / να ετεροχρονίσωνα έχεις ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζεις / να ετεροχρονίσειςνα έχει ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζει / να ετεροχρονίσεινα έχουμε ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζουμε / να ετεροχρονίσουμενα έχετε ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζετε / να ετεροχρονίσετενα ετεροχρονίζουν / να ετεροχρονίζουνε / να ετεροχρονίσουν / να ετεροχρονίσουνε
Προστακτική—ετεροχρόνιζε / ετεροχρόνισε——ετεροχρονίζετε / ετεροχρονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →