ετεροχρονίζω
•
- λόγιοαναβάλλω για ευθετότερο χρόνο την εκτέλεση μιας ενέργειας η ενός έργου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετεροχρονίζω < έτερος + -ο- + χρόνος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ετεροχρονίζω | ετεροχρονίζεις | ετεροχρονίζει | ετεροχρονίζουμε | ετεροχρονίζετε | ετεροχρονίζουν / ετεροχρονίζουνε |
| Παρατατικός | ετεροχρόνιζα | ετεροχρόνιζες | ετεροχρόνιζε | ετεροχρονίζαμε | ετεροχρονίζατε | ετεροχρονίζαν / ετεροχρονίζανε / ετεροχρόνιζαν |
| Αόριστος | ετεροχρόνισα | ετεροχρόνισες | ετεροχρόνισε | ετεροχρονίσαμε | ετεροχρονίσατε | ετεροχρονίσαν / ετεροχρονίσανε / ετεροχρόνισαν |
| Μέλλοντας | θα ετεροχρονίζω / θα ετεροχρονίσω | θα ετεροχρονίζεις / θα ετεροχρονίσεις | θα ετεροχρονίζει / θα ετεροχρονίσει | θα ετεροχρονίζουμε / θα ετεροχρονίσουμε | θα ετεροχρονίζετε / θα ετεροχρονίσετε | θα ετεροχρονίζουν / θα ετεροχρονίζουνε / θα ετεροχρονίσουν / θα ετεροχρονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ετεροχρονίσει | έχεις ετεροχρονίσει | έχει ετεροχρονίσει | έχουμε ετεροχρονίσει | έχετε ετεροχρονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ετεροχρονίσει | είχες ετεροχρονίσει | είχε ετεροχρονίσει | είχαμε ετεροχρονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζω / να ετεροχρονίσω | να έχεις ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζεις / να ετεροχρονίσεις | να έχει ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζει / να ετεροχρονίσει | να έχουμε ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζουμε / να ετεροχρονίσουμε | να έχετε ετεροχρονίσει / να ετεροχρονίζετε / να ετεροχρονίσετε | να ετεροχρονίζουν / να ετεροχρονίζουνε / να ετεροχρονίσουν / να ετεροχρονίσουνε |
| Προστακτική | — | ετεροχρόνιζε / ετεροχρόνισε | — | — | ετεροχρονίζετε / ετεροχρονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →