ετερόμορφος
•
- βιολογίαπου παρουσιάζει ετερομορφία, που έχει διαφορετική μορφή από άλλα άτομα του είδους του ή απ’ ό,τι συνήθως Βικιλεξικό
- σπάνιοτερατόμορφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετερόμορφος < ετερομορφία + -ος (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετερόμορφος | ετερόμορφη | ετερόμορφο |
| Γενική | ετερόμορφου | ετερόμορφης | ετερόμορφου |
| Αιτιατική | ετερόμορφο | ετερόμορφη | ετερόμορφο |
| Κλητική | ετερόμορφε | ετερόμορφη | ετερόμορφο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετερόμορφοι | ετερόμορφες | ετερόμορφα |
| Γενική | ετερόμορφων | ετερόμορφων | ετερόμορφων |
| Αιτιατική | ετερόμορφους | ετερόμορφες | ετερόμορφα |
| Κλητική | ετερόμορφοι | ετερόμορφες | ετερόμορφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →