Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετερόμορφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου παρουσιάζει ετερομορφία, που έχει διαφορετική μορφή από άλλα άτομα του είδους του ή απ’ ό,τι συνήθως Βικιλεξικό
  2. σπάνιοτερατόμορφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ετερόμορφος < ετερομορφία + -ος (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετερόμορφοςετερόμορφηετερόμορφο
Γενικήετερόμορφουετερόμορφηςετερόμορφου
Αιτιατικήετερόμορφοετερόμορφηετερόμορφο
Κλητικήετερόμορφεετερόμορφηετερόμορφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετερόμορφοιετερόμορφεςετερόμορφα
Γενικήετερόμορφωνετερόμορφωνετερόμορφων
Αιτιατικήετερόμορφουςετερόμορφεςετερόμορφα
Κλητικήετερόμορφοιετερόμορφεςετερόμορφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →