Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετοιμόλογος

/e.tiˈmo.lo.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ικανός να δίνει άμεσες και έξυπνες απαντήσεις Βικιλεξικό
    • Ένας ανήσυχος, ευγενικός, καίρια προοδευτικός, γοητευτικός, ετοιμόλογος και ευφυής άνθρωπος. Ο Γαβράς είναι ένα βαθύτατα πολιτικό ον, ένας πολίτης του κόσμου, αρχέτυπο του Έλληνα κοσμοπολίτη. (www.efsyn.gr, 07.03.2016)

Ετυμολογία

ετοιμόλογος < (έτοιμος) ετοιμό- + -λογος. Δείτε και το μεσαιωνικό ἑτοιμολόγος (ομιλητικός).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετοιμόλογοςετοιμόλογηετοιμόλογο
Γενικήετοιμόλογουετοιμόλογηςετοιμόλογου
Αιτιατικήετοιμόλογοετοιμόλογηετοιμόλογο
Κλητικήετοιμόλογεετοιμόλογηετοιμόλογο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετοιμόλογοιετοιμόλογεςετοιμόλογα
Γενικήετοιμόλογωνετοιμόλογωνετοιμόλογων
Αιτιατικήετοιμόλογουςετοιμόλογεςετοιμόλογα
Κλητικήετοιμόλογοιετοιμόλογεςετοιμόλογα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →