ευάερος
•
- που αερίζεται καλά Βικιλεξικό
- Πρόκειται για τετράφατσο, διαμπερές, ευήλιο και ευάερο διαμέρισμα με περιμετρικά μπαλκόνια και μοναδική αίσθηση άνεσης σε όλους τους χώρους (διαφήμιση πώλησης ακινήτου, ανακτήθηκε 5/2/2026)
Ετυμολογία
ευάερος < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευάερος | ευάερη | ευάερο |
| Γενική | ευάερου | ευάερης | ευάερου |
| Αιτιατική | ευάερο | ευάερη | ευάερο |
| Κλητική | ευάερε | ευάερη | ευάερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευάεροι | ευάερες | ευάερα |
| Γενική | ευάερων | ευάερων | ευάερων |
| Αιτιατική | ευάερους | ευάερες | ευάερα |
| Κλητική | ευάεροι | ευάερες | ευάερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →