ευανάγνωστος
•
- που διαβάζεται εύκολα, χωρίς δυσκολίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευανάγνωστος < αρχαία ελληνική εὐανάγνωστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευανάγνωστος | ευανάγνωστη | ευανάγνωστο |
| Γενική | ευανάγνωστου | ευανάγνωστης | ευανάγνωστου |
| Αιτιατική | ευανάγνωστο | ευανάγνωστη | ευανάγνωστο |
| Κλητική | ευανάγνωστε | ευανάγνωστη | ευανάγνωστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευανάγνωστοι | ευανάγνωστες | ευανάγνωστα |
| Γενική | ευανάγνωστων | ευανάγνωστων | ευανάγνωστων |
| Αιτιατική | ευανάγνωστους | ευανάγνωστες | ευανάγνωστα |
| Κλητική | ευανάγνωστοι | ευανάγνωστες | ευανάγνωστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →