δυσανάγνωστος
•
- που είναι δύσκολο να διαβαστεί, που κάποιος δεν μπορεί να το αναγνώσει εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσανάγνωστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δυσανάγνωστος (δυσνόητο σύγγραμμα), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική illisible Μορφολογικά αναλύεται σε δυσ- + ανά- + γνω- (όπως γνωστός΄, ανάγνωση)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσανάγνωστος | δυσανάγνωστη | δυσανάγνωστο |
| Γενική | δυσανάγνωστου | δυσανάγνωστης | δυσανάγνωστου |
| Αιτιατική | δυσανάγνωστο | δυσανάγνωστη | δυσανάγνωστο |
| Κλητική | δυσανάγνωστε | δυσανάγνωστη | δυσανάγνωστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσανάγνωστοι | δυσανάγνωστες | δυσανάγνωστα |
| Γενική | δυσανάγνωστων | δυσανάγνωστων | δυσανάγνωστων |
| Αιτιατική | δυσανάγνωστους | δυσανάγνωστες | δυσανάγνωστα |
| Κλητική | δυσανάγνωστοι | δυσανάγνωστες | δυσανάγνωστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →