ευαπορρόφητος
•
- που εύκολα απορροφάται Βικιλεξικό
- Ο ευαπορρόφητος σίδηρος είναι μόνον των ζωικών τροφών (https://eclass.upatras.gr)
Ετυμολογία
ευαπορρόφητος < ευ- + απορροφώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαπορρόφητος | ευαπορρόφητη | ευαπορρόφητο |
| Γενική | ευαπορρόφητου | ευαπορρόφητης | ευαπορρόφητου |
| Αιτιατική | ευαπορρόφητο | ευαπορρόφητη | ευαπορρόφητο |
| Κλητική | ευαπορρόφητε | ευαπορρόφητη | ευαπορρόφητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαπορρόφητοι | ευαπορρόφητες | ευαπορρόφητα |
| Γενική | ευαπορρόφητων | ευαπορρόφητων | ευαπορρόφητων |
| Αιτιατική | ευαπορρόφητους | ευαπορρόφητες | ευαπορρόφητα |
| Κλητική | ευαπορρόφητοι | ευαπορρόφητες | ευαπορρόφητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →