ευγενής
•
- κοινωνιολογία«ευγενείς» κοινωνική τάξη κατατασσόμενη αμέσως υπό την βασιλική οικογένεια, σε ορισμένες κοινωνίες με επίσημη αριστοκρατία Βικιλεξικό
- μέλος αυτής της κοινωνικής τάξης· άνθρωπος με τίτλο ευγενείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευγενής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εὐγενής < αρχαία ελληνική εὐγενής (ευγενικής καταγωγής, με ανώτερα αισθήματα), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική noble, με λόγιο θηλυκό χωρίς διάκριση γένους. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + -γενής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευγενής / ευγενής / ευγενής / ευγενές | ευγενείς / ευγενείς / ευγενείς / ευγενή |
| Γενική | ευγενή / ευγενούς / ευγενούς / ευγενούς / ευγενούς | ευγενών / ευγενών / ευγενών / ευγενών |
| Αιτιατική | ευγενή / ευγενή / ευγενή / ευγενές | ευγενείς / ευγενείς / ευγενείς / ευγενή |
| Κλητική | ευγενή / ευγενής / ευγενή / ευγενής / ευγενές | ευγενείς / ευγενείς / ευγενείς / ευγενή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →