Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευγενής

/e.vʝeˈnis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κοινωνιολογία«ευγενείς» κοινωνική τάξη κατατασσόμενη αμέσως υπό την βασιλική οικογένεια, σε ορισμένες κοινωνίες με επίσημη αριστοκρατία Βικιλεξικό
  2. μέλος αυτής της κοινωνικής τάξης· άνθρωπος με τίτλο ευγενείας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευγενής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εὐγενής < αρχαία ελληνική εὐγενής (ευγενικής καταγωγής, με ανώτερα αισθήματα), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική noble, με λόγιο θηλυκό χωρίς διάκριση γένους. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + -γενής.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευγενής / ευγενής / ευγενής / ευγενέςευγενείς / ευγενείς / ευγενείς / ευγενή
Γενικήευγενή / ευγενούς / ευγενούς / ευγενούς / ευγενούςευγενών / ευγενών / ευγενών / ευγενών
Αιτιατικήευγενή / ευγενή / ευγενή / ευγενέςευγενείς / ευγενείς / ευγενείς / ευγενή
Κλητικήευγενή / ευγενής / ευγενή / ευγενής / ευγενέςευγενείς / ευγενείς / ευγενείς / ευγενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ευγενής

/e.vʝeˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηριζόμενος από ευγένεια Βικιλεξικό
    • ευγενής συμπεριφορά, ευγενείς τρόποι
  2. σχετιζόμενος με την κοινωνική τάξη των ευγενών Βικιλεξικό
    • ευγενής καταγωγή
  3. εξαιρετικής ποιότητας, ξεχωριστός από τα ομοειδή του Βικιλεξικό
    • ευγενή υλικά
  4. κατ’ επέκτασηβασισμένος σε υψηλά ιδανικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευγενής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εὐγενής < αρχαία ελληνική εὐγενής (ευγενικής καταγωγής, με ανώτερα αισθήματα), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική noble. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + -γενής.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευγενήςευγενήςευγενές
Γενικήευγενούςευγενούςευγενούς
Αιτιατικήευγενήευγενήευγενές
Κλητικήευγενή / ευγενήςευγενήςευγενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευγενείςευγενείςευγενή
Γενικήευγενώνευγενώνευγενών
Αιτιατικήευγενείςευγενείςευγενή
Κλητικήευγενείςευγενείςευγενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →