ευγνωμονώ
•
- αναγνωρίζω κάτι καλό που μου έχουν κάνει (ευεργεσία, χάρη κ.λπ.) και νιώθω ευγνωμοσύνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευγνωμονώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐγνωμονῶ, συνηρημένος τύπος του εὐγνωμονέω (έχω καλή γνώμη, ανταμείβω μια χάρη) < εὐγνώμων < εὖ + γνώμων < γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵneh₃- (γνωρίζω)
Άλλοι τύποι
ευγνωμονούσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →