Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευγονικός

/e.vɣo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ευγονική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Υπάρχουν πολλά ευγονικά, αποτροπαϊκά και προστατευτικά στοιχεία (λόγω του υλικού, του σχήματος, της διακόσμησης κ.ά.) σε κοσμήματα και εξαρτήματα της ανδρικής και της γυναικείας ενδυμασίας, που τοποθετούνταν σε ζωτικά όργανα του σώματος, από το κεφάλι (εγκέφαλος) μέχρι την κοιλιακή χώρα (γυναικείο και ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα). (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)

Ετυμολογία

ευγονικός < ευγονία + -ικός < αρχαία ελληνική εὐγονία. → δείτε και τη λέξη ευγονική, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική eugenics

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευγονικόςευγονικήευγονικό
Γενικήευγονικούευγονικήςευγονικού
Αιτιατικήευγονικόευγονικήευγονικό
Κλητικήευγονικέευγονικήευγονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευγονικοίευγονικέςευγονικά
Γενικήευγονικώνευγονικώνευγονικών
Αιτιατικήευγονικούςευγονικέςευγονικά
Κλητικήευγονικοίευγονικέςευγονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →