Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευδιάθετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει καλή διάθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευδιάθετος < ελληνιστική κοινή εὐδιάθετος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευδιάθετοςευδιάθετηευδιάθετο
Γενικήευδιάθετουευδιάθετηςευδιάθετου
Αιτιατικήευδιάθετοευδιάθετηευδιάθετο
Κλητικήευδιάθετεευδιάθετηευδιάθετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευδιάθετοιευδιάθετεςευδιάθετα
Γενικήευδιάθετωνευδιάθετωνευδιάθετων
Αιτιατικήευδιάθετουςευδιάθετεςευδιάθετα
Κλητικήευδιάθετοιευδιάθετεςευδιάθετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →