χαρούμενος
•
- νιώθοντας χαρά, που νιώθει χαρά Βικιλεξικό
- Είμαι χαρούμενος που σας βλέπω.
- Ήρθε χαρούμενος και μ' αυτά που του είπες έφυγε λυπημένος.
- επιθετικοποιημένη μετοχήπου εκδηλώνει χαρά, που γενικά είναι ευδιάθετος Βικιλεξικό
- Ήταν τόσο χαρούμενος άνθρωπος, αλλά αυτό το γεγονός τον άλλαξε ριζικά.
Ετυμολογία
χαρούμενος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρούμενος < χαιρούμενος < χαίρω + -ούμενος < αρχαία ελληνική χαίρω
Άλλοι τύποι
χαρούμεναχαρούμενεχαρούμενεςχαρούμενηχαρούμενηςχαρούμενοχαρούμενοιχαρούμενοςχαρούμενουχαρούμενουςχαρούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →